κυριολεκτώ

κυριολεκτώ
(ε) αμετ.
1) дословно, буквально повторять (что-л.); 2) выражаться точно, говорить чётко;

§ γιά να κυριολεκτήσουμε — собственно говоря


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "κυριολεκτώ" в других словарях:

  • κυριολεκτώ — κυριολεκτώ, κυριολέκτησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κυριολεκτώ — (AM κυριολεκτῶ, έω) [κυριόλεκτος] μιλώ με κυριολεξία, ακριβολογώ, μεταχειρίζομαι τις λέξεις με την ακριβή τους σημασία αρχ. αποκαλώ κάποιον με τον τίτλο κύριος …   Dictionary of Greek

  • ακριβολογώ — ( έω) (AM ἀκριβολογοῡμαι) 1. μιλώ, εκφράζομαι με ακρίβεια, κυριολεκτώ 2. εξετάζω, ερευνώ με ακρίβεια και συνέπεια αρχ. σταθμίζω, ζυγίζω με ακρίβεια, με αυστηρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακριβολόγος. ΠΑΡ. μσν. ἀκριβολόγησις νεοελλ. ακριβολόγημα] …   Dictionary of Greek

  • ανακριβολογώ — ( έω) 1. χρησιμοποιώ ανακρίβειες στους λόγους μου, ψεύδομαι 2. δεν κυριολεκτώ, υποπίπτω σε ακυρολεξίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανακριβολόγος. Η λ. μαρτυρείται στον εκπαιδευτικό συγγραφέα Μαργαρίτη Δήμιτσα (1829 1903)] …   Dictionary of Greek

  • κυριολεξία — η (AM κυριολεξία) [κυριολεκτώ] η χρήση τών λέξεων ή τών φράσεων με την ακριβή σημασία τους, η ακριβολογία νεοελλ. η ακριβής σημασία λέξης ή φράσης, η κύρια σημασία, σε αντιδιαστολή με τη μεταφορική …   Dictionary of Greek

  • κυριολογώ — κυριολογῶ, έω (AM) 1. μιλώ με κυριολεξία, κυριολεκτώ 2. αποκαλώ κάποιον με τον τίτλο κύριος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύριος + λογῶ (< λόγος < λέγω), πρβλ. ανα λογώ, ψευδο λογώ] …   Dictionary of Greek

  • πρωτολεκτώ — έω, Μ μεταχειρίζομαι μία λέξη με την αρχική της σημασία, κυριολεκτώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + λεκτῶ (< λεκτος < λέγω), πρβλ. κυριο λεκτώ] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»